Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Η λογοτεχνική μου προσέγγιση για το βιβλίο "ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΘΕΟΙ του Βασίλη Μακαρίου



Αξιολογώντας το βιβλίο «ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΘΕΟΙ» του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα Βασίλη Μακαρίου μπορώ να διακρίνω ευκρινώς ότι το βιβλίο κατατάσσεται στα μυθιστορήματα της σύγχρονης λαϊκής λογοτεχνίας της πνευματικής μας ζωής, μιας και αναφέρεται σε μια επιστήμη, συγκεκριμένα στην αρχαιολογία, που ασχολείται ερευνητικά μ’ ένα συγκεκριμένο μύθο και είναι μια πνευματική δημιουργία που έχει μεγάλη σημασία στη σπουδαιότητα της λαογραφίας μας για την ερμηνεία της ίδιας της ψυχοσύνθεσης του λαού μας και της επικοινωνίας με τις ρίζες του.
Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, πιστεύω πως το βιβλίο αυτό έχει μεγάλη πολιτισμική αξία τόσο για την εξελικτική συνέχιση της δημιουργικής πορείας του λαού μας στα πεδία του πολιτισμού, όσο και για τη διατήρηση της εθνικής μας ταυτότητας και της πολιτισμικής μας φυσιογνωμίας.
Κατά δεύτερο λόγο, μπορώ να πω μετά βεβαιότητας ότι ο συγγραφέας είναι αρκετά επιμελημένος γλωσσικά και ο λόγος του είναι αξιοθαύμαστος για την παραστατικότητά του σε ιδιαίτερες πολιτιστικές εκδηλώσεις, ιδέες και εθνικοκοινωνικά χαρακτηριστικά.
Όσο για την υπόθεση του όλου έργου, πιστεύω πως επηρεάζει κατά πολύ τον αναγνώστη να ενεργήσει ο ίδιος για την ανίχνευση μιας ερευνητικής υπόθεσης που εξελίσσεται στο περίφημο, μαγευτικό και παραμυθένιο δρυοδάσος της Φολόης, που ανήκει στο Ν.Ηλείας στην Πελοπόννησο.

Ο συγγραφέας περνάει με το λόγο του την αρχαία ελληνική μυθολογία στον τρόπο σκέψης της σύγχρονης ζωής ως ανάγκη να ανήκει σε κάποια ομάδα με σαφήνεια του ακριβούς ρόλου του, να ανήκει ότι έχει κάπου τις ρίζες του, να έχει σταθερό πλαίσιο προσανατολισμού στις έρευνές τους και να βλέπει τη ζωή του με μεγαλύτερη προοπτική και μέσω της έρευνάς του, αλλά και μέσω του έρωτα, ενός έρωτα με ειλικρινή αισθήματα και πραγματικής αγάπης.
Το σίγουρο είναι ότι ο συγγραφέας δεν μιμείται κανέναν άλλο συγγραφέα στον τρόπο σκέψης και συγγραφής και είναι αυθεντικός στον αγώνα που κάνει για τη διανοητική του ζωή, προσαρμοστικός σε όλες τις εκφάνσεις της επινόησης στους ήρωές του, εκφράζεται ελεύθερα αναζητώντας νοητικούς ερεθισμούς και οργανώνει με περισσή τέχνη την πλοκή της ιστορίας, καθώς και εφευρίσκει άριστες ερμηνείες σε όλα του τα αποκαλυπτικά ευρήματα.
Θα έλεγε κανείς ότι διακρίνεται μια συναισθηματική σταθερότητα σε όλο το πόνημά του, η οποία έχει ένα σκοπό, μια ανεξαρτησία, κυρίως μια παραδοχή για την ισότητα των δυο φύλων και δείχνει μια απέχθεια για τη βία, τον εξαναγκασμό και κάθε είδος κακουργήματος.
Το μυθιστόρημα αυτό, κατανοώντας το προσεκτικά και προσπαθώντας να βρεθούν οι αρετές του, μπορούμε να πούμε ότι έχει πολλές, όπως επίσης ότι έχει και μια λογική ανάλυσης ως προς το θέμα του, που αφορά πρωταγωνιστές προσκολλημένους σε μια έρευνα, που στην ηθική ανάλυση εμπνέει στον αναγνώστη μια πίστη και του διδάσκει την αλήθεια.
Τους χαρακτήρες των ηρώων δεν τους αναλύει ο ίδιος, δεν είναι εξάλλου αυτή η δουλειά του, αλλά μας αφήνει εμάς να εξετάσουμε τον χαρακτήρα του καθενός από τα λόγια, τις ιδέες, τις σκέψεις, τις πράξεις του.
Η λογοτεχνική αξία του πονήματος κρίνεται από τα άπειρα συναισθήματα που μας προκαλεί και που γεννιούνται στην ψυχή μας εφόσον επιδρούν επάνω μας με ανώτερα και ευγενικά συναισθήματα πέρα από τα κατώτερα και βάρβαρα πάθη.
Όσο για την αισθητική ανάλυση του πονήματος, ο αναγνώστης από τις πρώτες κιόλας προτάσεις καταλαβαίνει ότι ο τρόπος, η γλώσσα και το ύφος του συγγραφέα είναι εκφραστικός, λογικός, ζωντανός, σωστός.
Ο συγγραφέας επιχειρεί και πετυχαίνει μια πραγματική ανάλυση του θέματος που αναπτύσσει εξετάζοντας τα πολιτισμικά και ιστορικά του στοιχεία με αξιοθαύμαστες έρευνες, μελέτες, συγκρίσεις και τεχνικές.
Διαβάζοντας το πόνημα, διακρίνουμε την έμπρακτη αγάπη σ’ αυτό που κάνουν οι δυο ερευνητές που αναφέρονται (άνδρας-γυναίκα), την πίστη στην ιδέα και στην αξία της έρευνας, όπως επίσης και το κορύφωμα της δημιουργίας τους, που έχουν το δικαίωμα να δημιουργήσουν προσωπική ζωή, να ζήσουν, να ερωτευθούν, να μορφωθούν και να αισθάνονται όμορφα μέσα σ’ ένα οργανωμένο κοινωνικό σύνολο, υπηρετώντας τους συνανθρώπους τους για μια έρευνα, μια μελέτη, που ανήκει σε κάποια συγκεκριμένη εποχή με ιδιαίτερο χαρακτήρα και στηρίζοντας ο ένας τις σκέψεις και τις ενέργειες του άλλου.
Αυτό βέβαια μας δίνει την έννοια του ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ, γιατί ανήκει σε μια φιλοσοφική - κοινωνική κίνηση που αποβλέπει στην εξύψωση των ανθρώπινων δυνατοτήτων.
Διακρίνουμε δε την ελευθερία της προσωπικότητας που πραγματώνεται στον αγώνα και στο δόσιμο για τους άλλους, για το σύνολο.
Στο όλο πόνημα διαφαίνεται ότι το θέμα του διαφέρει θεμελιακά από όλα τα άλλα, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον κι εντυπωσιακό και η αξία του δεν μπορεί φυσικά να μετρηθεί με περιορισμένα ή εφήμερα υλικά μέτρα.
Ο συγγραφέας έχει συλλάβει τις φωτεινές αξίες της ζωής με εσωτερική ελευθερία και ανεξαρτησία, δείχνοντας ανωτερότητα, ευγένεια, μεγαλοπραγμοσύνη.
Είναι ειρηνικός και πράος.
Τιμάει και σέβεται την έννοια της οικογένειας, καθώς κι εμπιστεύεται τον άνθρωπο ως πλάσμα μοναδικό στο είδος του μέσα στο σύμπαν, οποιαδήποτε εποχή κι αν έζησε αυτό.
Και ως ανθρωπιστής ρυθμίζει τη συμπεριφορά του όχι σύμφωνα με το τι γίνεται στον κόσμο, αλλά με το «τι πρέπει να γίνεται» και ποιους υψηλούς στόχους πρέπει να κατακτούμε και να υπηρετούμε.
Μισεί το ψέμα και την πλάνη και δεν τον παρασύρει η καθημερινότητα, αν συγκρίνει κανείς το θέμα που διάλεξε να γράψει, αλλά αναδύεται από τον κόσμο, έναν κόσμο που συνταιριάζει πολύ αριστοτεχνικά στις αρχαίες και στις σημερινές του εκφάνσεις.
Καθορίζει υψηλούς στόχους και πιστεύει στις αγνές έννοιες του πολιτισμού μοχθώντας να γίνει καλύτερος στην εποχή μας – με την ευρεία έννοια – δίνοντάς μας την εντύπωση ότι ο αγώνας του γίνεται και η ελπίδα της ανθρωπότητας.
Το θέμα που διαλέγει ο συγγραφέας στο πόνημά του δηλώνει πως ο πολιτισμός είναι τρόπος ζωής γι’ αυτόν.
Ξεδιπλώνει ένα επιστημονικό ταλέντο που κρύβει καλά μέσα του και επιμελείται τα κείμενά του με βαθιά γνώση και στρατηγική, καθώς και με μια συνειδητή πράξη και με αντίσταση σε παντός είδους κρίση στον πολιτισμό μας, δίνοντας έτσι μια υπόσταση στη διαμόρφωση της εθνικής μας ταυτότητας και σε ό,τι όμορφο και ανθρώπινο έχει φτιάξει ο ίδιος στο μυαλό του λόγω της παιδείας του, η οποία διαφαίνεται στα κείμενά του, στις προτάσεις του, στις λέξεις του.
Το ότι ο συγγραφέας ασχολείται με τον Ηρακλή, την εξέχουσα αυτή μορφή της ελληνικής μυθολογίας, δεν είναι καθόλου αξιοπερίεργο, αλλά ούτε και αφύσικο γεγονός. Εξάλλου δεν είναι κι ο μοναδικός που ασχολήθηκε μ’ αυτό το θέμα.
Ο συγγραφέας, μέσω ενός άθλου του Ηρακλή, σκοπό έχει να απελευθερώσει κρυμμένους κώδικες που δεν γνωρίζει ο πραγματικός κόσμος. Το παιχνίδι για τις ενδείξεις μας οδηγεί πίσω στον μύθο.
Οι Κένταυροι στο δάσος της Φολόης είναι μια λαϊκή λογοτεχνική παρουσία στον μύθο–ιστόρημα που είναι, πιστεύω, συμβολική και προκύπτει από μια πολιτισμική ανάγκη του συγγραφέα να επανακαθιερωθεί η κυριαρχία του πολιτισμού σ’ αυτό που οι Έλληνες της αρχαιότητας αντιλαμβάνονταν ως δική τους σφαίρα γνώσης και επιρροής.
Η αγωνία του αναγνώστη στο όλο πόνημα εστιάζεται σε μια έρευνα που κάνει μια ομάδα φοιτητών με στόχο να ανακαλύψουν τη σπηλιά του Κένταυρου Φόλου και φυσικά και τον ίδιο τον Κένταυρο.
Ο αναγνώστης αναρωτιέται μέχρι το τέλος αν η έρευνα θα αποβεί άκαρπη και αναμένει με τρανό ενδιαφέρον το τέλος της ιστορίας, με αισιοδοξία και εθνική περηφάνια.
Ένα είναι το βέβαιο στην όλη υπόθεση: Ότι ο άγνωστος και σκοτεινός κόσμος των μύθων είχε μια λογική συνείδηση για εκείνη την εποχή και μια ανώτερη γνώση γενικά, αλλά δεν είναι βέβαιο αν  συγκρούονταν με το διονυσιακό και το απολλώνιο στοιχείο.
Η μυθολογία μας λέει πως το δρυοδάσος της Φολόης ερέθιζε τη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι τοποθέτησαν στην άγρια αυτή φύση την κατοικία των μυθικών Κενταύρων.
Το ίδιο φαίνεται πως ερέθισε και τη φαντασία του συγγραφέα, ο οποίος μέσα από τον κεντρικό ήρωα της υπόθεσής μας γράφει αρχικά πως βρήκε ένα βέλος που σχετίζεται με κάποιο μύθο των Κενταύρων και του Ηρακλή, αλλά που αυτό το βέλος το πήρε ο καθηγητής του κι εξαφανίστηκε.
Να ήταν άραγε απαγωγή αυτή η εξαφάνιση ή κρυβόταν κάτι άλλο;
Μήπως ήταν εθελούσια ή πάλι κάποιος εκβιασμός εξωτερικού παράγοντα για τη ζωή του;
Και δεν είναι μόνο αυτά. Συμβαίνουν κι άλλα μυστήρια, περίεργα και παράδοξα. Κάποιος μυστηριώδης άνδρας ασπροντυμένος παρακολουθεί όλη την ομάδα των ερευνητών και παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της έρευνάς της.
Η ομάδα παρακολουθείται επίσης και από κάμερες ασφαλείας, όπως ανακαλύπτουν κάποια στιγμή, αλλά και από μια σκιά που γίνεται αέρας σε μια μυστική συνάντηση που έχουν όλοι μαζί, όπου συμφωνούν να συνεχίσουν κρυφά τις ανασκαφές με την υπόνοια ότι βρήκαν τη σπηλιά του Κένταυρου.
Στην προσπάθειά τους αυτή όμως αρχικά αποτυχαίνουν, επειδή κάνουν πίσω, λόγω παράνομης δραστηριότητας, αλλά επιμένουν αργότερα με περισσότερο πείσμα να συνεχίσουν την έρευνα ως το τέλος.
Ένας γεράκος μυθοπλάστης εμφανίζεται στην υπόθεση, ο οποίος δίνει πρωτοφανείς πληροφορίες και εξηγήσεις σε απαντήσεις του ήρωα Ηρακλή σχετικά με τον Ευρυμάνθιο κάπρο και αποκαλύπτει εντέλει ότι του έκλεψαν ένα σκελετό Γίγαντα που είχε βρει, του είπαν ψέματα και κατόπιν τον έβγαλαν τρελό.
Ο περίεργος θάνατος του πατέρα του που αναφέρει ο γέρος δημιουργεί ερωτηματικά για το αν ήταν έγκλημα και για το «αν και πως» σχετίζεται με την υπόθεση των αρχαιολογικών ευρημάτων, την απάντηση του οποίου γνωρίζει μόνο ο γέρος, όπως αποκαλύπτεται αργότερα.
Υπάρχει ακόμη και μια τρανταχτή αποκάλυψη του γέρου που λέει πως ο καθηγητής δήλωσε κατόπιν επίσημα ότι ανακάλυψε κάποιον σκελετό Γίγαντα στο Άργος, εκεί όπου βρέθηκαν οι Μυκήνες, μερικά μέτρα μακριά από τον τάφο του Αγαμέμνονα.
Περιέργεια επίσης μας γεμίζει το γεγονός ότι εξαφανίζουν μεν τον σκελετό, δημοσιοποιούν δε την εύρεσή του.
Αλλά συμβαίνουν κι άλλες μπερδεμένες καταστάσεις με αποκαλύψεις σχετικά με αρχαία ευρήματα που κάποιοι θέλουν να τα κρατήσουν κρυφά είτε γιατί τίθεται ζήτημα αρχαιοκαπηλίας είτε προστασίας ή ανθρωποθυσίας.
Τι γίνεται εντέλει με τα αποτελέσματα της όλης έρευνας;
Ποιοι είναι οι συμπαραστάτες της κοινωνίας και του κράτους στην εν λόγω ομάδα της έρευνας;
Τα ερωτήματα αυτά απαντώνται αν διαβάσει κάποιος το περιπετειώδες τούτο μυθιστόρημα με την αριστουργηματική πλοκή και δράση σε μια παράλληλη αναζήτηση της αρχαιομάθειας, της αρχαιολατρείας και της αρχαιοκαπηλείας.
Το «εάν και κατά πόσο» αιμορραγεί  ο ελληνικός πολιτισμός για τους «χαμένους θεούς» που οργιάζει στα χρόνια της κρίσης είναι μια αποκάλυψη και μια ανακάλυψη δική μας μέσω της ανάγνωσης αυτού του μυθιστορήματος του συγγραφέα Βασίλη Μακαρίου και το βιβλίο είναι διαθέσιμο στα χέρια του ενδιαφερόμενου αναγνωστικού κοινού, για τις επιπλέον αξιολογήσεις, εκτιμήσεις και κριτικές.

Παρθένα Τσοκτουρίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου