Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Βιογραφικό Οδοιπορικό της Ελισάβετ Σπυροπούλου από τα Κομνηνά Εορδαίας (της Παρθένας Τσοκτουρίδου)


Η Ελισάβετ Σπυροπούλου είναι μία κυρία σοβαρή, αξιοπρεπής, τυπική, λιγομίλητη  και αξιοσέβαστη στον κοινωνικό της περίγυρο στα Κομνηνά Εορδαίας. Η ιστορία της δεν είναι μια κοινή όπως όλων των ανθρώπων. Πέρασε από πολλές σκληρές διακυμάνσεις και δοκιμασίες. Αυτή όμως στάθηκε ψύχραιμη, αντιμετωπίζοντας θαρραλέα τη ζωή, που της χάρισε  απλόχερα τραγικές συνθήκες βίου και διαβίωσης και όχι μόνο. Μπόρεσε όμως να σταθεί βράχος σε όλα τα κακά συναπαντήματα της μοίρας της και να σταθεί ταυτόχρονα σωστή μάνα και πιστή σύντροφος. Δεν επαναπαύτηκε στις δυνάμεις του γιου της, αλλά πήρε θαρρετά τα ηνία της ζωής και πάλεψε για ένα καλύτερο μέλλον.
Δεν ήταν λίγες οι στιγμές που αισθάνθηκε τον πόνο, την θλίψη και τη δυστυχία να της τρυπούν την καρδιά σαν μαχαιριές. Το ίδιο όμως συναισθάνονταν και ο άντρας της, «ο άνθρωπος δίχως πατρίδα», ο οποίος υπέφερε πολύ μέχρις ότου φτάσει στο ποθούμενο, που δεν ήταν άλλο από την οικογένειά του. Ο άνθρωπος αυτός αγάπησε πολύ την πατρίδα του, θυσιάστηκε με τους αγώνες του πολεμώντας στο βωμό της ελευθερίας και με όλο το κόστος που συνεπάγεται σε ένα ήρωα.
Ναι, σένα ήρωα! Γιατί ήταν ένας αληθινός ήρωας. Και όχι μόνο αυτός, αλλά και η γυναίκα του. Ναι! Μια πραγματική ηρωίδα που βρίσκεται ανάμεσά μας και θα κατοικεί πάντα στις καρδιές μας ως ίνδαλμά μας. Η οικογένεια αυτή των ηρώων, γιατί συμπεριλαμβάνονται και ο γιός μα και ο πρόσφυγας παππούς με τη γιαγιά, θα αποτελούν σε όλους μας παράδειγμα προς μίμηση, για την αντιμετώπιση των δύσκολων συνθηκών και των άθλιων καταστάσεων στη ζωή μας, που είτε άθελά μας δημιουργούμε εμείς είτε μας δημιουργούνται από  τα άσχημα πολιτικοκοινωνικά συστήματα της εκάστοτε εποχής στις εκάστοτε χώρες.
  
Αμέσως παρακάτω ακολουθεί γνήσια κι αυθεντική η συνέντευξη της κυρίας Ελισάβετ Σπυροπούλου στην Παρθένα Τσοκτουρίδου..
«Ονομάζομαι Ελισάβετ Σπυροπούλου, το γένος Πελαγίδου και είμαι 90 χρόνων. Από τις  28/10/2014 μέχρι τις 9/11/2014 έδωσα τρεις συνεντεύξεις, κατόπιν δικής μου επιθυμίας και αιτήσεως, στη συγγραφέα Παρθένα Τσοκτουρίδου και σύμφωνα με τις ερωτήσεις της, παραθέτω το παρακάτω βιογραφικό μου να δοθεί στη δημοσιότητα.
 «Όταν ήμουν μικρή, λοιπόν, θυμάμαι πως πήγαινα στο σχολείο μέχρι την Πέμπτη τάξη. Από κει και πέρα, η μάνα μου μέκοψε απ’ το σχολείο, επειδή πήγαινε στο χωράφι, για να φροντίζω τα άλλα αδέρφια μου. Πέντε παιδιά είχε κάνει η συγχωρεμένη και μάλιστα είχε και τέσσερις αποβολές. Ο πατέρας μου ήταν παπλωματάς και δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τα χωράφια. Στην Κωνολη διατηρούσε μαγαζί παπλωματάδικο και ενώ ήταν νιόπαντρος μόλις δύο μηνών, κλήθηκε να υπηρετήσει στον Τουρκικό στρατό. Ενοχλημένος και αρνούμενος εκείνος να προβεί σε μια τέτοια πράξη, έφυγε από την Κωνολη και ήρθε στην Ελλάδα, όπου και κατατάχτηκε στον Ελληνικό στρατό, πολεμώντας στην πορεία επί πέντε συνεχόμενα χρόνια κατά των Τούρκων.
Μετά έγινε ανακωχή και οι σύμμαχοί μας οι Άγγλοι μαζί με τους Έλληνες πήγαν στην Κωνολη να κηρύξουν την ειρήνη. Τότε, πέρασε και ο πατέρας μου από το μαγαζί του και διαπίστωσε πως ήταν άθικτο. Το άνοιξε τότε και δεν έφυγε με τον στόλο πίσω. Τα ίχνη του χάθηκαν παντελώς και αυτό στάθηκε ως αφορμή να χάσει και την Πολεμική Σύνταξη που δικαιούταν.  Η μάνα μου όλα αυτά χρόνια ήταν στην Πατρίδα, στον Μουντατό. Ζούσε με τα πεθερικά της και τα κουνιάδια της. Ο άτυχος πεθερός της εξορίστηκε από τους Τούρκους και πέθανε στο τόπο της εξορίας του. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, η μάνα μου ξεκίνησε να φύγει για την Ελλάδα. Στο ταξίδι της όμως αρρώστησε πάνω στο καράβι, όπου έκαναν καραντίνα και άλλαξαν την πορεία του προς την Κωνολη. Εκείνη εισήχθηκε στο νοσοκομείο, όπου νοσηλεύτηκε επί σαράντα ημέρες. Όταν ανάρρωσε, ο πατέρας μου πήγε και την πήρε και ήρθαν μαζί στην Ελλάδα, το έτος 1924. Η μάνα μου τότε ήταν ήδη έγκυος σε μένα.
Θυμάμαι γεγονότα της ζωής μου μετά τα πέντε μου χρόνια. Είχα την φροντίδα των αδερφών μου, όπως ανέφερα παραπάνω, βοηθούσα τη μάνα μου στις δουλειές του σπιτιού, μαγείρευα, έπαιζα με τις κούκλες μου, τις οποίες κατασκεύαζα από κουρέλια. Αυτά είναι όλα όσα μπορώ να θυμηθώ. Όσο για τον πατέρα μου, θυμάμαι πως δούλευε την τέχνη του παπλωματά, αλλά όχι τόσο εδώ στο χωριό όσο σε άλλα πολλά μέρη του Ελλαδικού χώρου, από τα οποία δεχόταν πολλές παραγγελίες. Ταυτόχρονα, ασκούσε επίσης και το επάγγελμα του γεωργού.
Όταν ήμουν μικρή, θυμάμαι ένα τραυματικό γεγονός που μου συνέβηκε εκείνη την εποχή. Ο πατέρας μου ήταν και καντηλανάφτης. Κάποτε πέθανε ένας νέος από φυματίωση στο χωριό. Εγώ τότε ήμουν στην ηλικία των έξι χρόνων. Πήγα λοιπόν και του άναψα κερί. Ο πατέρας μου όταν το έμαθε, από το φόβο του μήπως αρρώσταινα κι εγώ, μου έδωσε ένα μπάτσο. Κατατρόμαξα, επειδή ο πατέρας μου ποτέ δεν μας χτυπούσε, σε αντίθεση από τη μάνα μου, η οποία ήταν καλή, αλλά μας έδερνε όταν πέφταμε σε σφάλματα.
Από το φόβο μου, γέμισα κόκκινα σπυριά σε όλο μου το σώμα. Φόβο δεν ένιωσα όμως μόνο από τη σφαλιάρα του πατέρα μου, αλλά και από την κρυάδα του νεκρού. Με τύλιξαν μέσα σε σεντόνια και με πήγαν στον παπά να με διαβάσει. Ο παπάς μου διάβασε μια ευχή κι εγώ κατόπιν έγινα καλά.
Εκείνο ήταν το μοναδικό γεγονός βίας που υπέστην από τον πατέρα μου. Δεν ακολούθησαν άλλα. Ήμουν μοναχοκόρη. Η χαϊδεμένη των γονιών μου και η ευαίσθητη και γιαυτό το λόγο εκείνοι με πρόσεχαν ιδιαίτερα. Φρόντιζαν έτσι ώστε να ράβομαι σε μοδίστρα και να μη φοράω μπαλωμένα ρούχα. Κάτι που δεν έκαναν και στα άλλα τους παιδιά, που ήταν αγόρια. Εκείνα με ζήλευαν και αυτός ήταν ο λόγος που μου έκαναν συχνά επιθέσεις. Όσο για το σχολείο, δεν τα κατάφερνα καλά στη μάθησή μου, επειδή είχα την φροντίδα των άλλων μου αδερφών.
Ας φύγω τώρα από την περίοδο των παιδικών μου χρόνων και ας πάω στα χρόνια της εφηβείας μου. Ο Χρήστος Σπυρόπουλος, δεύτερος ξάδερφός μου, από τα δεκαέξι χρόνια μου και μετά, άρχισε να μου δίνει στιχάκια να διαβάζω.
Κάποια αγαπάς. Πες μου ποια είναι να τη σέβομαι ως συγγενή!», του έλεγα.
Εκείνος γελούσε σωπαίνοντας. Αυτό κράτησε για ένα χρόνο. Μετά καλέστηκε να υπηρετήσει στο Ελληνικό κράτος ως στρατιώτης. Πήγε για σαράντα μέρες και επέστρεψε στο σπίτι του. Ήταν η περίοδος της οπισθοχώρησης των Γερμανών, γιαυτό το λόγο έκανε τόσο λίγο διάστημα. Ο Χρήστος, λοιπόν, έγραψε τότε ένα γράμμα να μου δώσει, όπου μέσα σαυτό αποκάλυπτε ότι αγαπούσε εμένα. Δεν κατάφερε όμως ή μάλλον δε τόλμησε να μου το δώσει λόγω του ότι εγώ δεν του έδωσα το θάρρος να το κάνει. Πήγε να αλωνίσει στα χωράφια τα σιτάρια και εκεί έχασε το γράμμα. Το βρήκε η γυναίκα του ανεψιού του και το έδωσε στον άντρα της να το διαβάσει, επειδή δεν γνώριζε η ίδια την ελληνική γραφή.
Αυτός είναι τρελός. Αυτοί οι δύο είναι ξαδέρφια», είπε εκείνος διαβάζοντάς το.
Εκείνο το γράμμα δεν το παρέλαβα ποτέ. Εκείνοι που το είχαν, το σχολίασαν αρνητικά. Η μάνα μου με μάλωσε και μου έκανε παρατήρηση νομίζοντας ότι εγώ είχα γνώση του θέματος αυτού ενώ δεν γνώριζα τίποτα, με αποτέλεσμα να ξεσπάσω σε κλάματα. Όταν από κάποτε η μάνα μου μαζί με τη μάνα του έβοσκαν πρόβατα στο βουνό, ο Χρήστος κάποια μέρα πήγε στη μάνα μου και της είπε:
Θέλεις δεν θέλεις, θα με κάνεις γαμπρό σου».
Εκείνη το καλοσκέφτηκε μετά και άλλαξε γνώμη για το θέμα αυτό. Εγώ όμως τον μίσησα λόγω το ότι εκείνος σκέφτηκε πονηρά ενώ ήμασταν συγγενείς και δεν τον μιλούσα όταν τον έβλεπα έξω.
Όταν οι δυο γυναίκες κατέβηκαν από το βουνό, συνεννοήθηκαν με τους άντρες τους, μυστικά από μένα και άρχισαν τις προετοιμασίες του αρραβώνα, δίχως καν να υποψιαστώ τι γίνεται. Σε κάποια στιγμή ρώτησα απορημένη γιατί γίνονται κάποιες ετοιμασίες. Η απάντηση της μάνας μου ήταν ότι θα ερχότανε τάχα η αδερφή της από το Μέγα Ρέμα. Ήταν Κυριακή βράδυ. Μόλις είχε σκοτεινιάσει. Εμφανίστηκαν στο σπίτι μας οι γονείς του Χρήστου με είκοσι συγγενείς, έχοντας μαζί τους παπά και κουμπάρο. Σημειωτέον ότι η μάνα του Χρήστου ήταν τότε άρρωστη από καρκίνο. Επέμενε λοιπόν η ίδια να μπω μέσα στο σπίτι και να τους κεράσω. Εγώ ντρεπόμουν και δεν μπήκα μέσα. Άκουγα που έλεγε ότι ήθελε να με δει, γιατί δεν θα ζούσε στο γάμο. Δεν μπήκα μέσα. Κατάλαβα ότι ήρθαν για αρραβώνα. Ο παπάς ήρθε έξω και μου έβαλε το δαχτυλίδι. Ήμουν στενοχωρημένη και θυμωμένη. Δεν ήθελα εκείνο τον αρραβώνα, επειδή είχαμε συγγένεια. Από εκεί και μετέπειτα ο Χρήστος κάθε βράδυ ερχόταν στο σπίτι μας. Μιλούσε με τους δικούς μου εκτός από μένα. Οι δυο μας δεν μιλιόμασταν, λόγω του ότι ο θυμός μου δεν είχε περάσει. Και όλοι μα όλοι τον αγαπούσαν εκτός από μένα. Αυτό όμως δεν κράτησε για πολύ, γιατί στο μεταξύ μέσα στο διάστημα των έξι μηνών, τελικά τον αγάπησα και μάλιστα πάρα πολύ. Τον έβδομο μήνα μιλήσαμε όμως και τα βρήκαμε, οπότε συμφωνήσαμε να γίνει ο γάμος μας. Στο μεταξύ η μάνα του είχε πεθάνει ένα μήνα μετά τον αρραβώνα μας. Κάναμε τα εξάμηνα της και κατόπιν παντρευτήκαμε. Ήμουν τότε δεκαεπτά χρόνων και ο άντρας μου εικοσιένα. Ο παπάς μας έδωσε τις άδειες του γάμου, επειδή ήμασταν συγγενείς από μάνες και δεν πείραζε.
Μετά το γάμο μου, που έγινε το 1942, ο πεθερός μου ανακατευότανε πολύ στα νοικοκυριά μου. Εκείνος κανόνιζε πως θα γίνουν οι δουλειές και με ποιον τρόπο. Ενοχλούμουν φυσικά από εκείνες τις αντιδράσεις, όμως εκείνος δεν το καταλάβαινε. Νόμιζε πως ήταν σωστός. Ο άντρας μου δεν τον υποστήριζε. Έλεγε πως ο πατέρας του ήταν κακός και ιδιότροπος. Το 1943 γέννησα το γιο μου. Το 1944 γέννησα το δεύτερο παιδί μου από μόνη μου, το οποίο κατόπιν πέθανε από κακουχίες. Ο γιος μας έκανε πολύ ευτυχισμένο τον άντρα μου κι εμένα. Ο πεθερός μου ούτε που πλησίαζε τον εγγονό του. Ήταν κρύος και απλησίαστος. Όταν το παιδί μεγάλωσε και έγινε πέντε χρόνων, έδειξε τότε κάποια αγάπη για το παιδί, η οποία περιοριζόταν μόνο στο να το αγοράζει καραμέλες και τίποτε άλλο. Τον δικαιολογώ όμως από το γεγονός ότι ήταν άρρωστος ο άνθρωπος. Ήταν καρκινοπαθής. Είχε καρκίνο στο στομάχι, οπότε και πέθανε το 1950. Λίγο προτού πεθάνει, με έδιωξε στη μάνα μου, με τη δικαιολογία ότι δεν είχε το γιο του εν τη ζωή. Έτσι μας είχαν πει για τον άντρα μου, ότι δηλαδή σκοτώθηκε αντάρτης στα βουνά, που είχε πάει από το 1945. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι κάθε Παρασκευή η αστυνομία μέπαιρνε και με πήγαινε στο Κοινοτικό γραφείο κάνοντάς μου ανακρίσεις για το που είναι ο άντρας μου, αν τον κρύβω, αν τον είδα και αν έρχεται τη νύχτα μαζί μου. Με συκοφαντούσαν, όπως διαφάνηκε, ότι τον ξεπροβόδιζα κιόλας. Εγώ φυσικά ήμουν ανήξερη. Τους έλεγα, λοιπόν:
-Αντί να τον ζητήσω εγώ από σας, τον ζητάτε εσείς από μένα;
-Αν θέλεις να γλιτώσεις από μας, μου είπαν, θα μας δώσεις τη φωτογραφία του.
Έκανα ό,τι μου είπαν και γλίτωσα απ’ αυτούς, γιατί μενοχλούσαν επί ένα ολόκληρο χρόνο.
Ας επανέλθω όμως στο σημείο απ’ όπου έφυγα διωγμένη από τον πεθερό μου. Πήγα, λοιπόν, στο πατρικό μου σπίτι. Η μάνα μου ζορίστηκε λίγο, επειδή είχε δυο νύφες (Μαρία και Ραχήλ) μέσα στο σπίτι. Αλλά τι να έκανε; Με δέχτηκε.
Κάθε Σάββατο όμως  εγώ έπλενα και ετοίμαζα τον γιο μου να πάει στον παππού του. Η ζωή μου εκεί μέσα ήταν όπως μιας υπηρέτριας.
Η Μαρία έπλενε και σιδέρωνε, η Ραχήλ κοιτούσε μόνο τον άντρα της και το παιδί της και έφτιαχνε καπνά, ξέχωρα από μας. Εγώ πήγαινα στο χωράφι, στο αμπέλι, μαζί με τον πατέρα μου. Όταν πήγαινε ο πατέρας μου στο βουνό, τον πήγαινε ψωμί, φαγητό κ.α. Η μάνα μου ήταν άρρωστη. Υπέφερε από την πίεσή της. Μου φερότανε καλά, αλλά δεν μπορούσε.
Το 1952 έμαθα ότι ο άντρας μου ζει, από ένα γράμμα δικό του. Μου έστελνε πολλά, αλλά δεν τα έπαιρνα ποτέ, επειδή περνούσαν από έλεγχο και λογοκρισία, λόγω του ότι ήταν κομμουνιστής. Στο γράμμα εκείνο, λοιπόν, μου έγραφε πως ήταν στην Αλβανία. Δεν μπορούσε να έρθει στην Ελλάδα. Οι δρόμοι ήταν κλειστοί για εκείνον, επειδή είχε φύγει από τον στρατό και πήγε στο αντάρτικο. Έτσι, λοιπόν, θα τον σκότωναν ως λιποτάκτη αν ερχόταν στη χώρα μας. Προτού μάθω τα ευχάριστα νέα γιαυτόν, μου είχε έρθει ένα χαρτί από την στρατολογία, που με υποχρέωσε να πληρώσω 300 δρχ. για τη στολή που φορούσε ο άντρας μου όταν ήταν στρατιώτης. Μετά από ένα μήνα μου ζήτησαν να πληρώσω και το όπλο του. Ευτυχώς μεσολάβησε ο Πρόεδρος της Κοινότητας ο Κυριάκος Παπαδόπουλος και γλίτωσα τότε την πληρωμή.
Μετέπειτα, πήρα ξανά γράμμα από τον άντρα μου. Συγκεκριμένα πήρα τρία γράμματα με ταχυδρομική επικοινωνία δική του με φίλους του στο εξωτερικό, οι οποίοι μου τα απέστελλαν με το δικό τους όνομα, κατόπιν πάντα βέβαια μεσολάβησης και αιτήσεως δικής του. Ήθελε πολύ να με δει, αλλά δεν υπήρχε τρόπος να γίνει αυτό πραγματικότητα. Μου είπε να πάω στην Αλβανία, αλλά εγώ δεν μπορούσα, επειδή δεν υπήρχε συγκοινωνία και τα σύνορα ήταν κλειστά. Τότε δεν μπορούσα να πάω ούτε στο Αμύνταιο δίχως φύλλο πορείας.
Τον Μάρτη του 1962 έφυγε ο γιος μου στη Γερμανία με Σύμβαση και μετά από τρεις μήνες μου έκανε πρόσκληση για ένα χρόνο. Έφυγα από την Ελλάδα και πήγα μαζί του στη Στουτγάρδη. Εκεί δούλευα σένα εργοστάσιο που έλιωνε σίδερα. Υπέφερα από την ορθοστασία και από τα χέρια μου που καιγόντουσαν με τα γάντια. Τα βράδια έβγαζα φούσκες και έτρεχαν υγρά από τα χέρια μου. Πέντε χρόνια δούλευα εκεί και κατόπιν έφυγα. Πήγα σε άλλο φούρνο. Όταν έμαθε ο άντρας μου από τη Δέσποινα Λαγοπούλου τα μαντάτα με ταχυδρομική επικοινωνία, λόγω του ότι η μάνα μου δεν γνώριζε γράμματα, έκανε τα χαρτιά του και πήγε στην Τσεχοσλοβακία, στην Οστράβα. Από κει μου έστειλε γράμμα στη διεύθυνσή μου και μου είπε να πάω να τον βρω. Εγώ εκείνο το διάστημα δούλευα στο χυτήριο. Δικαιούμουν τρεις μήνες άδεια. Πώς να τη ζητούσα όμως, εφόσον δήλωσα στο αφεντικό μου πως είμαι χήρα και ο γιος μου ορφανός; Σαυτό είχε συντελέσει δηλαδή ο γιος μου και έγινε κατόπιν επιθυμίας και προτροπής του. Ήθελα βίζα και χαρτιά, αλλά δεν μπορούσα να τα κάνω μόνη μου. Το Τσέχικο Προξενείο ήταν στο Βερολίνο. Πως και σε ποιον να πω να με βοηθήσει; Η διευθύντρια του εργοστασίου ήταν Αυστριακή και ήταν παντρεμένη και διαζευγμένη με άντρα Έλληνα. Εκείνη λοιπόν γνώριζε τα Ελληνικά και όχι μόνο. Ήξερε και άλλες πολλές γλώσσες. Έτσι, συμβουλεύτηκα εκείνην και της εμπιστεύθηκα όλα τα καθέκαστα ζητώντας μετά τη γνώμη της.
-Αν ήσουν εσύ, τι θα έκανες; τη ρώτησα.
-Εσύ τι θέλεις να κάνεις; με ρώτησε εκείνη.
-Εγώ δεν θέλω να πάω, επειδή με άφησε με ένα παιδί μικρό και τώρα ζητάει να πάω.
-Θα πας, παιδί μου, μου είπε, γιατί είναι ο πατέρας του γιου σου.
-Δεν ξέρω τη γνώμη του, επειδή έζησα μόνο δυο χρόνια μαζί του. Αν δεν είναι καλός, τι θα κάνω;
-Ε, τότε, το τρένο που θα σε πάει, θα σε γυρίσει πίσω. Αλλά τώρα πρέπει να πας.
Έτσι, με βοήθησε. Πήγε μαζί μου και ψωνίσαμε τρόφιμα, με ανέβασε στο τρένο με άνθρωπο δικό της γνωστό που με συνόδεψε ως την Οστράβα. Και όλα αυτά τα έκανε εκείνη με απόλυτη εχεμύθεια και μυστικότητα.
Κατέβηκα με καθυστέρηση δύο ωρών στο σταθμό, αλλά δεν βρήκα τον άντρα μου να με περιμένει. Εκείνος καθόταν και με περίμενε, αλλά είδε ότι δεν πήγε το δικό μου βαγόνι στην ώρα του και νόμισε ότι τον κορόιδεψα που θα πήγαινα κι έτσι έφυγε. Εγώ πήγα στα γραφεία του σταθμού στις πληροφορίες και μου είπαν ότι δεν μπορούσαν να με πάνε στον άντρα μου, επειδή εκεί που ήταν εκείνη την ώρα, κοιμότανε μαζί με 3.000 εργάτες και δεν μπορούσαν να τους ενοχλήσουν.
-Εγώ τι θα κάνω; ρώτησα τη γυναίκα.
-Εσύ θα περιμένεις μέχρι το πρωί εδώ μαζί μου.
Έτσι κι έγινε. Η ώρα 2.00 τα μεσάνυχτα βγήκε από το καφενείο του σταθμού ένας άντρας κουτσός, με πλησίασε, ήρθε κοντά μου, δεν με μίλησε και κατάλαβα πως κάποιον περίμενε. Αναρωτήθηκα μήπως ήταν ο άντρας μου, γιατί δεν τον αναγνώρισα. Έκατσε πέντε λεπτά εκεί και έφυγε. πήγε κι έκατσε στο τραπέζι του και μετά από μισή ώρα ήρθε πάλι κουτσαίνοντας, αλλά πάλι γύρισε πίσω. Μου φάνηκε παράξενο!… Υποψιάστηκα μήπως ήταν εκείνος ο άντρας μου και δεν τόλμησε να με μιλήσει. Εκεί που περίμενα να ξημερώσει, η ώρα 4.00 ήρθαν στο σταθμό τρεις γυναίκες μαυροφορεμένες και μια κοπέλα. Μου φάνηκαν ότι ήταν ντόπιες από τα μέρη μας, συγκεκριμένα, από τους Πύργους ή υπέθεσα από τη Φλώρινα. Περίμενα πως θα μιλούσαν μεταξύ τους να πάρω θάρρος.
-Πότε έρχεται το τρένο; ρώτησε μια γυναίκα και η κοπέλα απάντησε:
-Η ώρα 5.00.
-Ελληνίδες είστε; ρώτησα.
-Ναι, εσύ;
-Κι εγώ.
-Που πας;
-Ήρθα στον άντρα μου, αλλά δεν με περίμενε.
-Ποιος είναι; ρώτησε η κοπέλα ενημερώνοντάς μου ότι τους ήξερε όλους, επειδή η ίδια ήταν κομματικό μέλος.
-Ήταν στην Αλβανία.
-Τον Χρήστο τον ξέρουμε.
-Θα με πάτε στον άντρα μου;
-Όχι, δεν μπορούμε, γιατί στο ξενοδοχείο που μένει κοιμούνται 3.000 άντρες. Αύριο. Τώρα θα φύγουν οι θείες μου με το τρένο στην Ελλάδα και θα σε πάω στο σπίτι μου.
Πήρε τα πράγματά μου, τα ανεβάσαμε στο τραμ και πήγαμε στο σπίτι της. Εκείνη θα πήγαινε στη δουλειά και έγραψε ένα σημείωμα στον άντρα της να με πάει στον άντρα μου. Έτσι και έκανε εκείνος. Με πήγε στον άντρα μου πρωί – πρωί, την ώρα που ακόμη κοιμότανε. Τον φώναξε:
-Χρήστο, σου φέραμε τη γυναίκα σου!…
Αυτός πετάχτηκε και ήρθε μπροστά μου, με αγκάλιασε, με φίλησε και κλάψαμε από τη συγκίνηση. Αλλά ούτε τον γνώρισα ούτε με γνώρισε. Είχαμε γίνει αγνώριστοι. Έμεινα τρεις μήνες μαζί του. Ήθελε να με κρατήσει εκεί. Εγώ δεν ήθελα, επειδή είχα τον γιο μου στρατιώτη στην Ελλάδα και είχα την έγνοιά του. Η αλήθεια είναι ότι μου άρεσε εκεί, αλλά έπρεπε να φύγω. Έφυγα από κει και πήγα στη Στουτγάρδη. Μετά από ένα χρόνο ο άντρας μου έκανε τα χαρτιά του και ήρθε με άδεια για ένα μήνα στη Γερμανία, όπου και έκατσε αδήλωτος επί έξι μήνες παράνομα. Στο μεταξύ, πριν έρθει ο άντρας μου στη Γερμανία, συναντήθηκε με τον γιο μας, με τον εξής τρόπο: Ο γιος μας ήθελε να τον δει, αλλά δεν ήθελε να πάει στην Τσεχοσλοβακία να μη πάρει την «κόκκινη σφραγίδα». Γιαυτό το λόγο, πήγε ο άντρας μου στην Αυστρία και αντάμωσαν εκεί σένα ξενοδοχείο. Ο άντρας μου είχε να τον δει από τότε που ο γιος μας ήταν είκοσι μηνών.
Επανέρχομαι στην παράνομη παραμονή του άντρα μου. Τον πρόδωσαν λοιπόν κάποιοι και την ημέρα του Δεκαπενταύγουστου η αστυνομία τον άρπαξε από το σπίτι και τον έστειλε πίσω στην Τσεχοσλοβακία. Μετά από ένα χρόνο εκείνος είπε ψέματα στα αφεντικά του ότι δήθεν θα παντρευόταν ο γιος του. Εκείνοι του έδωσαν άδεια και ξανάρθε. Τον είχαμε παράνομα κάπου ένα χρόνο και μετά πάλι, την παραμονή των Χριστουγέννων, του ήρθε χαρτί να φύγει στην Τσεχοσλοβακία, επειδή τον γύρευαν από κει. Ο γιος μου παρακάλεσε στο γραφείο των αλλοδαπών να παραμείνει ο πατέρας του άλλες δυο με τρεις μέρες για να περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα. Μας επέτρεψαν. Ο γιος μου όμως και ο άντρας μου κατέφυγαν στο Συνδικάτο για να βγει το διαβατήριο, γιατί χαρακτηρίστηκε «ο άνθρωπος δίχως πατρίδα» και να παραμείνει στη Γερμανία.
Τέσσερα δικαστήρια κάναμε γιαυτό το λόγο και οι Αποφάσεις ήταν να παραμείνει, αλλά χωρίς δουλειά. «Καθιστός», δηλαδή. Κάναμε και πέμπτο δικαστήριο στο Βερολίνο και τελικά του επέτρεψαν να δουλέψει. Δουλεύαμε επί δεκαοχτώ χρόνια μαζί στο ίδιο εργοστάσιο και βγάλαμε σύνταξη από κει. Ήρθαμε στην Ελλάδα το 1982 και αρχίσαμε να χτίζουμε το σπίτι μας στο πατρικό του οικόπεδο. Προτού ακόμη τελειώσει το κτίσιμο, το 1993, ο άντρας μου αρρώστησε. Τον πήγα στην Γερμανία και μετά από τέσσερις μήνες πέθανε και τον έφερα εδώ για την ταφή.

Από τότε είμαι μόνη. Ο γιος μου είναι καλό παιδί. Είναι παντρεμένος και έχει δυο αγόρια και εγγόνια, αλλά εγώ ΕΙΜΑΙ ΜΌΝΗ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου